Σάββατο, 1 Σεπτεμβρίου 2012

Η επανάσταση του 1821 και το Σέλινο. Ο σφαγιασμός των αμάχων Χριστιανών στο Κακοδίκι.



A. ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ 11/05/09
Η επανάσταση του 1821 και το Σέλινο
Γράφει ο ΚΩΣΤΗΣ ΠΕΤΡΑΚΗΣ*
Ο σφαγιασμός των αμάχων Χριστιανών στο Κακοδίκι
Η άγρια σφαγή ή κατά το Β. Ψιλάκη “φρικτή κρεουργία” 70 αμάχων στο Κακοδίκι Σελίνου από τους Τούρκους, αναμφίβολα ένα από τα κορυφαία γεγονότα της επανάστασης του 1821 στην περιοχή, αποτέλεσε σημείο αναφοράς της βαρβαρότητας του εχθρού στη δικαίωση κάθε αντεκδίκησης των Χριστιανών ως την αποχώρηση των Τούρκων το 1897 από την επαρχία Σελίνου, αλλά και χρησιμοποιήθηκε στην στήριξη της συκοφαντίας για προδοσία1 της ξακουστής οικογένειας Φούμηδων Κακοδικίου.
Eζησα τα παιδικά μου χρόνια στη σκιά του γιγάντιου κυπαρισσιού που σηματοδοτούσε εκείνο το δράμα, κι άκουγα τις αφηγήσεις σαν παραμύθι με κακό τέλος. Σήμερα ζώντας στον ίδιο τόπο, θέλησα να ανακαλύψω την αλήθεια και το ψέμα εκείνων των “παραμυθιών”, μέσα από τα αποτυπώματα που άντεξαν το πέρασμα του χρόνου, γιατί (ιστορικά) το θέμα της σφαγής του Κακοδικίου παραμένει μέχρι και σήμερα στο σκοτάδι.
Η προσπάθεια αποδείχτηκε “δαιδαλώδης και κοπιώδης”, εξαιτίας του πλήθους των αόριστων και εν πολλής αλληλοσυγκρουόμενών πληροφοριών, που έπρεπε να ταξινομηθούν και να αξιολογηθούν, ώστε να αποτελέσουν τη βάση για την έρευνα.
Η επανάσταση του 1821
στην Κρήτη και το Σέλινο
Ημερομηνία έναρξης της επανάστασης στην Κρήτη θεωρείται η 14η Ιουνίου 1821, όταν σημειώθηκε η πρώτη νικηφόρα μάχη των Χριστιανών στο Λούλο Χανίων2.
Δυο ήταν τα μεγάλα εμπόδια που την καθυστέρησαν, σε σχέση με την “έκρηξη” της στην Πελοπόννησο: η παντελής έλλειψη όπλων και εφοδίων και η μεγάλη αναλογία του Τουρκικού πληθυσμού με την αξιοσημείωτη αγριότητά του.
Ο απελευθερωτικός αγώνας καθοδηγείται από την “Καγκελαρία Σφακίων” με έδρα το Λουτρό Σφακίων. Εκεί εγκαταστάθηκε τον Νοέμβριο του 1821, για ένα χρόνο, ο απεσταλμένος του Δημ. Υψηλάντη, Μιχαήλ Αφεντούλης (Αφεντούλιεφ), “φέροντας τον πομπώδη και ενοχλητικό τίτλο του «Γενικού Επάρχου και Αρχιστρατήγου της Κρήτης».”3.
Κατά το πρώτο έτος της επανάστασης ξεσηκώνονται λίγα μόνο από τα χωριά του Ανατολικού Σελίνου, (τότε “Λάκκου Ζωγράφου”), γιατί η θέση των Xριστιανών κατοίκων του Σελίνου ήταν χειρότερη σε σχέση με τις υπόλοιπες επαρχίες της Κρήτης και κατά τον Καλλίνικο Κριτοβουλίδη4, εγκυρότερο απομνημονευματογράφο του Κρητικού αγώνα: “Οι Σελινιώται οι μόλις προ εκατόν ετών Τουρκισθέντες ήσαν οι ανδρειώτεροι των λοιπών Τουρκών της Κρήτης, προσέτι και οι μάλλον εύρωστοι, ωκύποδες και επιτηδιότεροι πολεμισταί... υπερήσπιζον φιλοτίμως τον οχυρόν τόπον των”.
Οι πρώτες σπουδαίες πολεμικές επιχειρήσεις στο Σέλινο, έγιναν προς το τέλος του 1821, αρχές του 1822, κατά τη διάρκεια εκστρατείας που διέταξε ο Αφεντούλης, με αρχηγό τον Γ. Δασκαλάκη ή Τσελεπή (ήτοι ευγενή) εγγονό του Δασκαλογιάννη και περίπου 1.500 μαχητές από τα Σφακιά, την Κυδωνία και το Σέλινο.
Όμως ο φόνος του Τσελεπή στο “Σταυρό” της Καντάνου, ναυάγησε την προσπάθεια απελευθέρωσης των επαρχιών Κισάμου και Σελίνου και άφησε τους Χριστιανούς “εις την απόλυτον διάκρισιν των τυράννων των, οίτινες εγένοντο ωμότεροι”5.
Σύμφωνα με τον Κων/νο Φούμη6, η κατάσταση, παραμονές της σφαγής, των κατοίκων της κοιλάδας του Κακοδικίου και ιδιαίτερα στα Παπαδιανά7 όπου κατοικούσε η πολυμελής οικογένειά του, “ήτο δεινοτέρα” και οι λίγοι σχετικά Χριστιανοί που συγκατοικούσαν με τους πολυπληθείς Τούρκους βρίσκονταν “καθ’ ολοκληρίαν εις την διάκρισίν των”, ενώ σύμφωνα με τον Βασίλη Ψιλάκη8, οι Κακοδικιανοί “εθεωρούντο υπό των αγαδικών οι μάλλον εύποροι και εκ τούτου ευαλώτεροι” και παράμεναν σχετικά ήσυχοι “καιρόν εξαγοραζόμενοι, εις τους δημίους αυτών” και πιστεύοντας τις υποσχέσεις των αγάδων “έπαθον δεινήν συμφοράν, πανωλεθρίαν σχεδόν”.
Η σφαγή
Λίγες ημέρες πριν την σφαγή9 οι Τούρκοι αιχμαλώτισαν τον μεγαλύτερο από τους αδελφούς Περάκηδες, περίφημους οπλουργούς, τον Γεώργιο μαζί με τον γιο του Μανώλη, για να επιδιορθώσουν δήθεν τα όπλα τους στην Κάντανο την οποίαν “είχαν ήδη μεταβάλει εις κοινόν ορμητήριον”. Στην πραγματικότητα οι Τούρκοι τους υποψιάζονταν ότι βοηθούσαν τους επαναστάτες στα Σφακιά και το Αν. Σέλινο. Στη συνέχεια σκότωσαν τους δυο αδελφούς του, Πέτρο και Ιωάννη στα Μαχιά Κακοδικίου, ερήμωσαν τη συνοικία και ο γιανίτσαρος Ρισβάνης από τον Αζογυρέ απήγαγε την σύζυγο του άλλου αδελφού Παναγιώτη, η οποία όμως δραπέτευσε την νύκτα με τη βοήθεια της κόρης του.
Τις επόμενες μέρες οι Τούρκοι επέδραμαν, ξαφνικά, κατά των άμαχων κατοίκων του Κακοδικίου και κατέσφαξαν περίπου εβδομήντα, χωρίς διακρίσεις γένους και ηλικίας.
Πολλές συνοικίες του Κακοδικίου, όπως τα Αβδουλιανά, το Αρμί, το Κάδρος, τα Ξενιανά, τα Παλληκαριανά, τα Φωτεινιανά πλήρωσαν βαρύ φόρο αίματος. Τα περισσότερα όμως θύματα10 ήταν στα Παπαδιανά και στο Σφακό, ενώ τη μεγαλύτερη φθορά έπαθε η οικογένεια των Φούμηδων, που απώλεσε 26 από τα 33 μέλη της.
Κατά τον Γ. Σειστάκη11 “[...] εσφάγισαν πολλοί εις τον συνικοισμόν Παπαδιανά, τους οποίους ενεταφίασαν εις λάκκον, παρά τα γυρόσπιτα, όπου υπάρχει σήμερα μεγάλη κυπάρισσος, καλούμενη “Στου Πατέρα το Κυπαρίσσι”12 την οποίαν εφήτευσε ο πάτερ Βενιαμήν και Ανανίας (ιερομόναχοι της Αγίας Τριάδος Ακρωτηρίου, επιτροπεύοντες εις κτήματα τα οποία είχεν η Μονή) προς ανάμνησιν εις το σημείον του τόπου της ομαδικής ταφής 35 σφαγιασθέντων.”
Σήμερα μόνο τα τοπωνύμια απομένουν, για να μας θυμίζουν την αποτρόπαια εκείνη σφαγή: “Σφυρολόγος”13, “Φονολιά”, “Ματωμένη πλάκα”, “Παλιό αλιτριβιδιό”, “Γρά εληά”, “Λαγουδοκάμπι”, “Σφακίδια”, και “Συκολόγος”.
Ανατριχιαστικές είναι οι λεπτομέρειες στο λαϊκό τραγούδι το οποίο κατέγραψε ο Γ. Σειστάκης, και παραθέτουμε σε πλαίσιο.14
Μετά το Κακοδίκι οι Τούρκοι κινήθηκαν προς τους Κοπετούς, αναζητώντας τα επόμενα θύματα τους, αλλά δεν σταθήκαν “τυχεροί” λόγω του ότι οι κάτοικοι υποπτευόμενοι την συμφορά, είχαν φύγει προς τα βουνά και φαράγγια του Αν. Σελίνου λίγες ημέρες προ των Χριστουγέννων.15
Εν τέλει σύμφωνα με τον Κριτοβουλίδη: “Είχον δε φονεύσει πρότερον οι Τούρκοι περί τους εβδομήκοντα άνδρας, γυναίκες και παιδία εις το χωρίον Κακοδίκι και κατόπιν ήρχοντο εις χωρίον Σκλαβοπούλα τριακόσιοι περίπου διά να πράξωσι παρομοίας ωμότητας. Αλλ’ ο Παπαδογιάννης με ολίγους άνδρας παρατυχών αντέκρουσε την βίαν εκείνων, και επί πολλήν ώραν διακαρτερήσας γενναίως τους κατηνάγκασε να επιστραφώσι με πολλήν φθοράν εις τους πύργους των”16.
Πότε έγινε
Δυστυχώς όπως θα φανεί παρακάτω, δεν έχουν εντoπιστεί, αν βέβαια υπάρχουν, αδιάσειστα στοιχεία για την ακριβή ημερομηνία και χρονολογία της σφαγής.
Το συγκεκριμένο λαϊκό τραγούδι της εποχής, είναι η μοναδική πηγή στην οποία αναφέρεται ρητά ότι η σφαγή έγινε στις 25 Δεκεμβρίου 1821, πρωί των Χριστουγέννων (στιχ. 1, 9, 11) και με αυτή την εκδοχή συμφωνoύν και οι μαρτυρίες υπερηλίκων κατοίκων των Παπαδιανών, όπως αυτή του Νικολάου. Ι. Ζεβελάκη, τον οποίο και ευχαριστώ θερμά για τις πληροφορίες που μου παρείχε. Ο Γ. Λουπάσης, θεωρεί ότι “πρέπει να μείνει ανοικτό το ενδεχόμενο να έγινε η σφαγή στις 24 Δεκ. 1821 αφού με την μαρτυρία αυτή συμφωνεί το λαϊκό τραγούδι” και μεταφέρει πληροφορία του Ι. Τρακάκη17 για αφήγηση της γιαγιάς του θανούσης το 1904 σε ηλικία 90 ετών, σύμφωνα με την οποία η σφαγή έγινε στις 24 Δεκ. 1821.
Αν και η ημερομηνία 24/25 Δεκ. 1821 της σφαγής στο Κακοδίκι δεν επιβεβαιώνεται ρητά από καμία άλλη ιστορική πηγή, ο προσδιορισμός της συνεπικουρείται, τουλάχιστον ως προς το μήνα Δεκέμβριο και εν πάση περιπτώσει μπορεί να τοποθετηθεί λίγες μέρες πριν το θάνατο του Τσελεπή, σύμφωνα με άλλες μαρτυρίες και ιστορικούς. Έτσι ο Β. Ψιλάκης18 παραθέτει σημειώσεις (17/10/1852) του εκλεκτού, όπως λέει, πατριώτη Μάρκου Κονταδά από το Ροδοβάνι, ο οποίος αναφέρει: “[...] ήλθεν εκ Σφακίων ο αρχηγός Τσελεπής [...], περιμένων να δοθεί ευκαιρία εις τους Χριστιανούς, Κακοδικιού, Αζωγυρέ, Ασφεντηλέ, να φύγωσιν από των χειρών των Τούρκων, ότε και έγινεν η σφαγή υπ’ αυτών εις Κακοδίκι, Κάδρος και Ασφεντηλέ. Ο αρχηγός έτρεξε τότε αμέσως και έφθασεν εις Ασφεντηλέ και εκείθεν γενναίοι τίνες Λακκοζωγραφιώται εις Κακοδίκι19 και ηλευθέρωσαν τινας πολιορκουμένους εισέτι. Μετά δυό δε ημέρας αίφνης επετέθη κατά των Τούρκων εις την θέσιν Σταυρόν [...].
Επιπροσθέτως ο Μουρέλλος (που ως συνήθως δεν αναγράφει τις πηγές του) αναφέρει χαρακτηριστικά ότι: “είναι βέβαιο και εξακριβωμένο ότι η σφαγή του Κακοδικίου γίνηκε λίγες μέρες προ του θανάτου του Τσελεπή”20.
Στο σημείο αυτό δημιουργείται όμως σύγχυση δεδομένου ότι η ημερομηνία θανάτου του Τσελεπή, την οποία, οι Ψιλάκης και Μουρέλος τοποθετούν στις 6 Δεκεμβρίου του 1821 και ο Κριάρης στις 5 Δεκεμβρίου, επηρεασμένοι ίσως από τον Γ. Παπαδοπετράκη21, δεν είναι σίγουρα εξακριβωμένη, αφού οι παραπάνω υποπίπτουν σε λογική αντίφαση, όταν γράφουν22 ότι ο Τσελεπής αρχές Δεκεμβρίου βρισκόταν και απέκρουε επιτυχώς τους Τούρκους στη Μαλάξα και τον κάμπο των Χανίων κι έπειτα ο Αφεντούλης διέταξε τους αρχηγούς Τσελεπή και Αν. Παναγιώτη να “εκστρατεύσουν εναντίον των αδρειωτέρων και πλέον σκληρών Μωαμεθανών της Κρήτης, των Σελινιωτών”, υποστηρίζοντας μάλιστα στη συνέχεια ότι ο Τσελεπής εισήλθε στο Σέλινο αρχές Δεκεμβρίου!
Συμβουλευόμενοι τον Κριτοβουλίδη23 τον μόνο άλλωστε σύγχρονο των γεγονότων, διαβάζουμε ότι όντως το Δεκέμβριο ο Τσελεπής μαχόταν τους Τούρκους στην Μαλάξα και την πεδιάδα των Χανίων, ενώ “Μετά δε ταύτα, αρξαμένου του επομένου έτους και του μηνός Ιανουαρίου, διέταξεν ο Αφεντούλης τον ταγματάρχην Γ. Δασκαλάκην (Τσελεπή) και τον Αν. Παναγιώτου να εκδιώξωσι του Σελίνου τους επιφόβους γείτονες της επαρχίας ταύτης.”
Την σύγχυση για την πιθανή ημερομηνία της σφαγής επιτυγχάνει να επιτείνει ακόμη μια φορά ο Β. Ψιλάκης, ο οποίος παραβλέποντας τις σημειώσεις του Μάρκου Κονταδά που o ίδιος επικαλείται, υποστηρίζει ότι: “περί τας αρχάς Μαρτίου 1822 (οι Τούρκοι) κατήρξαντο της ανάνδρου αυτών ωμοφαγίας από της κώμης Κακοδικίου.”24, άποψη την οποία θεωρεί ως πιθανότερη και ο Γ. Λουπάσης αφού την “ενισχύει από την μαρτυρία του ο Νικ. Σειστάκης, ο οποίος έζησε τα γεγονότα”.25
Σύμφωνα όμως και με τον Μουρέλο26 “Ο Ψιλάκης συγχέει τις χρονολογίες και μεταθέτει αυθαίρετα τη σφαγή στις 22 του Μάρτη του 1822(sic) κι η σύγχυση προχωρεί με την αυθαίρετη αυτή μετάθεση έτσι, που, ενώ φέρνει τη σφαγή τέλος Μαρτίου, μιλά και για τα “προ ολίγων ημερών Χριστούγεννα”.”
Μία ακόμη εικασία εξάγεται από την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους27 όπου αναφέρεται ότι η σφαγή των αμάχων στο “Κακοδίκι και στα Παπαδιανά” οφείλεται σε ξέσπασμα της εκδικητικής μανίας των Τούρκων, μετά από την αποτυχημένη, λόγω προδοσίας, δεύτερης επιχείρησης απελευθέρωσης του Σελίνου, που έγινε κατά τα τέλη Απριλίου 1822 και είχε ως αποτέλεσμα τον αποκεφαλισμό του αρχηγού της Νικηφ. Χατζηδάκη.28
Τέλος μια εντελώς διαφορετική εκδοχή, που δεν επιβεβαιώνεται όμως κι από άλλες μαρτυρίες, υποστηρίζει ο Π. Κριάρης29 που δεν κάνει καμία αναφορά για την ημερομηνία, αλλά θεωρεί ότι η σφαγή έγινε στο τέλος του 1822, βασιζόμενος σε έγγραφο-απάντηση, της 7ης Ιανουαρίου 1823, από την Καγκελαρία Σφακίων, που παραθέτει ο Παπαδοπετράκης,30 κι όπου αναφέρεται ότι: “[...] ελπίζομεν ότι τώρα που τους έκαμαν τόσαις φρικταίς σφαγαίς εις Κακοδίκι, θα κάμωμεν δουλειά διότι φαίνονται τώρα όπου έπαθαν ορεξάτοι να επαναστατήσουν και αυτοί πλέον[...]”.
Γιατί έγινε
Μείζον θέμα αποτέλεσε κατά το παρελθόν η αιτία για την “άναδρον ωμοφαγίαν” όπως αποκαλεί ο Ψιλάκης τη σφαγή στο Κακοδίκι.
Από τις καταγεγραμμένες μαρτυρίες στο βιβλίο του Κων/νου Μιχ. Φούμη (Α.Σ.Φ.), ανθρώπων που έζησαν οι ίδιοι ή οι στενοί συγγενείς τους τα γεγονότα, αντλούμε πολύτιμες πληροφορίες.
Μια από τις σημαντικότερες είναι του Α. Ι. Καλογρίδη31 η οποία αναφέρει ως αιτία της σφαγής βεντέτα των Οθωμανών οπλαρχηγών Καούρη και Μπαλίλη και το γεγονός ότι οι Χριστιανοί του Κακοδικίου ήταν έτοιμοι να επαναστατήσουν.32
Με την εκδοχή της “έριδος μεταξύ των Οθωμανών οπλαρχηγών” συμφωνούν οι μαρτυρίες από την Α.Σ.Φ. του Μουσταφά Λατιφάκη (Τζουγκρίδα), του Χ. Εμμ. Αρχοντάκη, των Μανούσου Γαριπάκη και Ανδρέα Σταγκωνάκη και συμβαδίζουν με τη λαϊκή παράδοση και μούσα (στιχ 1-8, 36-38), ενώ με αυτήν ότι η σφαγή έγινε γιατί οι Τούρκοι “ήκουσαν ότι οι Παπαδιανοί επρόκειτο να σηκωθούν και αυτοί στο ποδάρι” συμφωνεί ο Π. Κριάρης και ο Γ. Σειστάκης. Ο Μουρέλος υποστηρίζει την πρώτη εκδοχή, ο δε Ψιλάκης θεωρεί ότι η σφαγή οφείλεται στην “εκδικητική μανία” των αποχαλινωμένων εκείνων εξωμοτών, που “συνεννοούντο από την έναρξιν της επανάστασεως και ωρκίζοντο μαζί περί ολοκληρωτικής σφαγής, διαρπαγάς, ληστεύσεις και αιχμαλωσία” του Χριστιανικού στοιχείου.
Τέλος ο Γεωργ. Μ. Κουκουτσάκης33, καταθέτει ότι “[...] άκουσα πολλαίς φοραίς από τον Αρίφ Πεταλάκη από τον Τραχινιάκο να αναφέρει την αιτία της σφαγής των Κακοδικιανών ήτο δε η εξής, απάνω στον Σταυρό της Κανδάνου εφυλάγανε βάρδια οι Σεμπρωνιώτες, οι Κανδανιώτες, οι Κακοδικιανοί Τούρκοι, εκεί μια μέρα εφιλονίκησαν αναμεταξύ των και τα έβαλαν με τους Κακοδικιανούς Τούρκους διότι δεν επήγαιναν στην βάρδια μόνο εκάθηντο και εφύλαγαν τους Χριστιανούς του Κακοδικίου, τότε εθύμωσαν και επήραν και άλλους Τούρκους και εκατέβηκαν στο Κακοδίκι και εσκότωσαν τους Χριστιανούς του Κακοδικίου”.
Συμπεράσματα
Ανεξάρτητα από τις αιτίες που προκάλεσαν την τρομερά σφαγή των αμάχων στο Κακοδίκι πρέπει να δεχτούμε ότι αποτελεί ένα κορυφαίο και ξεχωριστό γεγονός του επαναστατικού αγώνα στο Σέλινο και συνετέλεσε καθοριστικά στην γενίκευση και στην εδραίωση του σε ολόκληρη την Επαρχία.
Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Αντ. Τρακάκης:34 “Η αιμοβόρος εκείνη ενέργεια των Τούρκων επηρέασε τα μέγιστα τον μετ΄ έπειτα βίον των Ελλήνων και των Τούρκων και μετά παραμικράν αφορμήν ανεζωπυρούτο το πάθος της εκδικήσεως”. Η πρώτη μεγάλη ευκαιρία για εκδίκηση, δεν άργησε να δοθεί τον Ιούνιο του 1823 επί Τομπάζη, με την σφαγή εκατοντάδων Τούρκων στρατιωτών και αμάχων κατά την αποχώρηση τους από την πολιορκημένη Κάντανο για τα Χανιά, που είναι αποτυπωμένη στους παρακάτω χαρακτηριστικούς στίχους του αντίστοιχου λαϊκού τραγουδιού:
“Καλά επλερωθήκατε,
αγάδες Καντανιώτες,
για τη σφαγή που κάμετε
εις τσι Κακοδικιώτες.”35
Και ενώ στο τραγούδι που παραθέτουμε σε πλαίσιο (στιχ. 29 ως τέλος) αναφέρεται ότι ο Κακοδικιανός Τούρκος Σερεμέτης διέσωσε πολλούς Χριστιανούς από τη βέβαιη σφαγή, ένδειξη των σχέσεων ανοχής μεταξύ του Χριστιανικού και του Τούρκικου στοιχείου που(εν μέρη) επικρατούσαν, αυτές διαταράχτηκαν δραματικά στη συνέχεια της αποτρόπαιος εκείνης σφαγής και όπως αναφέρει ο Γ. Λουπάσης36 “Μεταξύ των Ελλήνων που καταδίωξαν τους Τούρκους(επί Τομπάζη) ήταν και κάτοικοι του Κακοδικίου”.
Όπως έγινε φανερό από τα παραπάνω, είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς με απόλυτη βεβαιότητα για την ακριβή ημερομηνία της σφαγής, ούτε και για τα ακριβή κίνητρά της, μήτε για τον αριθμό των θυμάτων τα οποία ο Παπαδοπετράκης37 υπερβάλλοντας ίσως, τα αναβιβάζει σε 61038.
Εντύπωση επίσης προκαλεί το ότι ένα τόσο σημαντικό γεγονός της επανάστασης του 1821 στην Επαρχία μας, δεν αντιμετωπίστηκε όπως άξιζε από τους ιστορικούς και θα είχε πιθανόν εξαλειφθεί από την ιστορική μνήμη του λαού μας, αν δεν αποτελούσε θέμα της λαϊκής μούσας και αργότερα την αφορμή για την συκοφάντηση του Αναγνώστη ή Κων/νου Φούμη ή Μαυροκούκουλου στην οποία θα αναφερθούμε αναλυτικά, σε επόμενο δημοσίευμα.
Βέβαια, ο Γ. Σειστάκης39 σημειώνει εύστοχα ότι “η αδιαφορία και η άγνοια είναι βασικά οι λόγοι που έχουν διαμορφώσει την κατάστασιν της σιωπής του δράματος τούτου.[...] η διαρκής δουλεία, από την επανάστασιν του 1821 μέχρι του 1897, οπότε τελικώς, απελευθερώθημεν, η καταστροφή των πάντων, αι θανατώσεις, αι επαναστατικαί εξεργέσεις και η μετακίνησις των κατοίκων του τόπου, απέσβυσαν σχεδόν μέχρι σήμερον το γεγονός της σφαγής του Κακοδικίου”.
Νομίζω όμως, ότι πρέπει να προστεθεί, ότι όσο ασχολείται κανείς με το θέμα, τόσο γίνεται φανερή η επιλεκτική αντιμετώπισή του από τους ιστοριογράφους της εποχής, η οποία εν πολλής αντανακλά την εκτεταμένη ατμόσφαιρα διαμάχης μεταξύ Σφακιανών και Σελινιωτών, ώστε η θυσία των αμάχων του Κακοδικίου, όπως και άλλες ηρωικές στιγμές της επαρχίας μας, να καταντήσει θύμα της.
Παρά τις διάφορες εκδοχές για τις αιτίες που την προκάλεσαν, γίνεται επίσης φανερό, ότι αυτή της “φιλονικίας των Τούρκων οπλαρχηγών”, ακόμη κι αν υιοθετήθηκε από την προφορική παράδοση, πιθανόν ως συμμόρφωση στην τότε “κυρίαρχη ιδεολογία”(μην ξεχνάμε ότι οι Τούρκοι παρέμειναν για 80 περίπου χρόνια), δεν είναι ικανή να εξηγήσει από μόνη της αυτή τη νυκτερινή “καταδρομική” επιχείρηση και την χωρίς διάκριση εξόντωση του Χριστιανικού στοιχείου. Εν όψει μάλιστα και της πολεμικής ατμόσφαιρας που είχε δημιουργηθεί με την άφιξη του Τσελεπή είναι σχεδόν βέβαιο, ότι η βασική αιτία ήταν ο επικείμενος ξεσηκωμός ή φυγή των Κακοδικιανών και η σφαγή αποτέλεσε μία προληπτική πολεμική “εκκαθαριστική” επιχείρηση των Τούρκων. Άλλωστε σύμφωνα με την μαρτυρία του Μ. Κονταδά η σφαγή των Χριστιανών στο Κακοδίκι έγινε ταυτόχρονα με αυτές στο Κάδρος και τον Ασφεντηλέ.40 Και μια ακόμη σημαντική λεπτομέρεια που προκύπτει από τις “πηγές” και συνηγορεί είναι ότι πριν την μαζική σφαγή των εβδομήντα στο Κακοδίκι, προηγηθήκαν σποραδικά μεμονωμένες δολοφονίες στο Κακοδίκι και τα γύρω χωριά, όπως αυτές των αδελφών Περάκηδων αλλά και των Τζουτζουράκηδων41, και ακολούθησαν κι άλλες ως αντίποινα, ιδιαίτερα μετά τον θάνατο του Τσελεπή και την αποτυχία απελευθέρωσης του Σελίνου.
Η αναφορά της προφορικής παράδοσης για την σφαγή ανήμερα των Χριστουγέννων είναι δύσκολο να αμφισβητηθεί, δεδομένου ότι η εξιστόρηση σπουδαίων γεγονότων μέσα από τη λαϊκή μούσα υποβάλλεται στο “καθαρτήριο” της άμεσης ή τουλάχιστον νωπής μνήμης, στην οποία οφείλει την έμπνευση.
Μόνο αν δεχτούμε, που είναι και το πιθανότερο, ότι ο φόνος του Τσελεπή42 έγινε στις αρχές Ιανουάριου 1822 σε συνδυασμό με την μαρτυρία του Μ. Κονταδά, αλλά και τον ισχυρισμό του Μουρέλου ότι η σφαγή στο Κακοδίκι έγινε πριν από αυτή, καταλήγουμε σε λογική ροή των γεγονότων και με την ημερομηνία σφαγής- ανήμερα των Χριστουγέννων του 1821- που αναφέρει η προφορική παράδοση.
Η υπόθεση ενισχύεται και από μια διακήρυξη του Αφεντούλη43 στο τέλος του Ιανουαρίου του 1822 προς τους Τούρκους, της οποίας το “πνεύμα” ταιριάζει (και χρονικά) με την αποτρόπαια σφαγή των αμάχων στο Κακοδίκι: “ Όθωμανοί της Κρήτης! [..]εκακοποιήσατε και εθανατώσατε με περισσοτέραν καταφρόνησιν, παρά εάν ήσαν κτήνη, ανθρώπους όχι οπλοφορούντας, αλλά γέροντας, γυναίκας και παιδία, και επιμένετε πράττοντες τ΄ αυτά αδικήματα, τα οποία ημπορούσαν να γίνωνται εις μόνους τους βαρβάρους αιώνας και υπό βαρβάρων εθνών[...]Ποίους δε εξωλοθρεύσατε τόσον σκληρώς, ω Οθωμανοί; εκείνους, με τους οποίους συνεγεννήθητε, συνεζήσατε, και έχετε κοινά τα αυτά συμφέροντα επί της αυτής γής.[...]”
Έτσι η πιθανότερη ημερομηνία τέλεσης της σφαγής είναι η 24η προς την 25η Δεκεμβρίου 1821 με την ελάχιστη επιφύλαξη να συνέβη την ίδια ημέρα έναν χρόνο αργότερα, δηλαδή το 1822.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου